Ψάχνετε κάτι;

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Σκέψεις... πραγματικότητας


Προσοχή: Το διάβασμα του άρθρου βλάπτει σοβαρά τη σκέψη!

Υπάρχει κάποια σχέση άραγε μεταξύ αίτιου & αιτιατού; Έχει πράγματι να κάνει το ένα με το άλλο; Είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους με κάποια αδιόρατη σχέση ίσως και πριν καν προκύψουν; Είναι αποτέλεσμα κάποιων κοσμικών κανόνων; Πόσο πιθανό θα ήταν, να είναι τελείως άσχετα το ένα με το άλλο; Γιατί δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει μόνο μία σχέση του ενός με το άλλο και όχι να είναι καθαρά αποτέλεσμα μιας πιο σύνθετης διεργασίας φυσικών παραγόντων, συναισθηματικών καταλήξεων, συγκυριών, επιρροών από κάθε τι άλλο, κοντινό, υπαρκτό; Πόσο σίγουρο θα ήταν το αποτέλεσμα μιας ροής γεγονότων αν δεν υπήρχε η ιστορία, να δρομολογεί τις επιρροές προς καθετί επιστητό;

Σίγουρα δε γίνονται τυχαία όλα γύρω μας τελικά. Όμως πόσο καλά μπορούμε να καταλάβουμε τη διαφορά του "τυχαίου" και του αδύνατου προς υπολογισμό;
Έχουμε βολευτεί από παλιά, να δίνουμε ερμηνείες. Στα πάντα. Ακόμα και σε αυτά που εμφανώς δε μας απασχολούν. Ερμηνεύουμε το καθετί είτε συνειδητά είτε απλώς ασυνείδητα. Είναι τέτοια η δομή της αντίληψής μας. Πρέπει να έχει ερμηνεία για το καθετί που αντιλαμβάνεται και που το κατατάσσει στην "ύπαρξη", στο πραγματικό.

Δεν έχει και τόση σημασία αν είναι σωστή η ερμηνεία που του δίνει. Αυτό που επείγει είναι να υπάρχει μια ερμηνεία, ακόμα κι αν δεν μπορεί να σταθεί σε κάποιες επαληθεύσεις. Αν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να ερμηνευτεί και μάλιστα άμεσα, τότε περνά στο χώρο της "προσωπικής ανυπαρξίας". Για την ακρίβεια δεν "επισκέπτεται" καν το χώρο της ύπαρξης. Είναι πρακτικά μη υπαρκτό.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι στο τι πραγματικά υπάρχει, πού υπάρχει, πώς υπάρχει. Το θέμα είναι το πώς αντιλαμβάνεται το άτομο, το τι είναι και άρα το που το τοποθετεί στη δική του σφαίρα υπαρκτότητας. Αν δεν έχει τα δεδομένα να το κάνει αυτό και μάλιστα μέσα στα πρώτα κλάσματα του δευτερολέπτου που τυχαίνει να πρωτοέρχεται σε επαφή με αυτό, τότε πολύ απλά διαγράφεται από την αντίληψή του ακόμα και το ίδιο το γεγονός της αρχικής σύλληψής του. Βλέπεις, δε χωράνε «τρύπες» στην αντίληψη. Δεν μπορεί να μη δένουν τα πάντα μέσα της. Δεν είναι θέμα επιλογής αλλά, όπως είπα και νωρίτερα, δυνατότητας ή αδυναμίας της κατασκευής μας ή έστω ισχυρότατη συνήθεια.
Δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να δούμε από μόνοι μας κι ενδεχομένως ούτε καν με κάποιου είδους καθοδήγηση, αυτά που δεν έχουμε μάθει να ερμηνεύουμε, κατά την πρώτη επαφή μαζί τους. Κι αυτό αφορά καθετί που μπορεί να λαμβάνουμε και με οποιοδήποτε τρόπο. Είτε μέσω κάποιων αισθήσεών μας είτε μέσω κάποιων διεργασιών της σκέψης μας.

Ίσως αυτό να είναι μία ερμηνεία, με περισσότερα λόγια, της έννοιας που έχουμε μάθει να καταλαβαίνουμε με τη χρήση της λέξης «Λογική»,
Όλο αυτό μπορεί αρχικά να ξενίζει, μπορεί να μη βολεύει, μπορεί να ταράζει τα ήσυχα νερά όμως πόσο εύκολα μπορεί να αγνοηθεί; Πόσες φορές, στον καθένα μας, δεν έχει τύχει να νιώθουμε πως τελικά κάτι δε πάει και τόσο καλά σε αυτό που καλούμαστε να καταλάβουμε. Πόσες φορές δεν διαπιστώνουμε το πόσο διαφορετικά μπορεί να αντιλαμβανόμαστε μεταξύ μας, το ίδιο κατά τ' άλλα θέμα, το ίδιο αντικείμενο, το ίδιο συναίσθημα. Πόσες φορές νιώθουμε ότι αυτό που μας λέει ο άλλος δε δικαιολογείται όσο κι αν έχουμε την καλή θέληση να το δεχτούμε; Πόσες φορές νομίζουμε ότι είμαστε τελείως μόνοι μας τελικά;
Και τότε τι; Όλα είναι καθαρά αποτέλεσμα ερμηνείας; Δεν υπάρχουν, στ' αλήθεια, σε κάποια "συγκεκριμένη" μορφή τελικά; Κι αν είναι έτσι δηλαδή, αν πάψουμε να υπάρχουμε θα πάψουν να υπάρχουν και αυτά; Θα πάψουμε να υπάρχουμε άραγε; Πώς καταλαβαίνουμε το ότι πραγματικά υπάρχουμε καν; Ακόμα κι αν υπάρχουμε, τι ακριβώς είμαστε; Τι καθορίζει την υπαρκτότητα μας αυτή και σε ποιούς; Αν όλα είναι θέμα μόνο αντίληψης, τι θα σημαίνει αν πάψει να υπάρχει αυτή η αντίληψη; Γίνεται να μην υπάρχει αντίληψη;Πολλά τα ερωτήματα και δεν είναι σίγουρο ότι υπάρχει απάντηση σε όλα. Κι αν υπάρχει δεν είναι σίγουρο ότι θα είναι μόνο μια. Και κάθε απάντηση δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να γίνει πραγματικά αντιληπτή από τον κάθε νου.

Κατά τη γνώμη μου και ίσως όχι μόνο, το θέμα δεν είναι τελικά η ίδια η ύπαρξη αλλά η "απεικόνισή" της στην αίσθηση της πραγματικότητας του καθενός που έρχεται σε επαφή με αυτή. Δηλαδή, το αν υπάρχει κάτι πραγματικά, δεν είναι αυτό που απασχολεί την αντίληψη, άσχετα με το αν σε μεμονωμένες περιπτώσεις κεντρίζει. Αυτό που κάθε στιγμή επεξεργάζεται ο νους μας είναι οι ερμηνείες της πραγματικότητάς του.


Το σίγουρο δείχνει να είναι, πως όσο περισσότερες ερμηνείες έχει διαθέσιμες ένας νους, τόσο πιο προετοιμασμένος θα είναι στην αντίληψη και άρα στην αποδοχή νέων ερεθισμάτων. Άρα και στη διεύρυνση της πραγματικότητάς του. Κατ' επέκταση, η πραγματικότητα μπορεί ν' αναπαρασταθεί με έναν χώρο που το μέγεθός του είναι στενά εξαρτώμενο από τις ερμηνείες που περιέχει. Σε κάπως πιο ελεύθερη μετάφραση βγαίνει το συμπέρασμα πως η πραγματικότητα έχει ένα τελείως σχετικό μέγεθος για τον καθένα, ανεξάρτητα με το αν γι αυτόν είναι αναγκαστικά το "όλον". Θα μπορούσαμε να εικάσουμε δηλαδή πως είναι συγκρίσιμη ως προς το μέγεθός της αλλά όχι ως προς την ειδική βαρύτητα του περιεχομένου της.

Όπως και να έχει ωστόσο, η πραγματικότητα του καθενός είναι μοναδική και ίσως το ουσιαστικότερο από τα συστατικά που θα μπορούσαν να τον χαρακτήριζαν σε μια γενικότερη προσπάθεια περιγραφής του σαν άτομο.

Το κακό είναι, ότι δεν μπορεί να είναι ξεκάθαρα αντιληπτή η όλη εικόνα της κάθε πραγματικότητας, από τον όποιο κοινό νου. Ο κύριος λόγος είναι ότι δε μπορεί να ορίσει το χώρο της δεδομένου ότι, για τον ίδιο εκ των πραγμάτων, είναι και ο μόνος που υφίσταται άρα δεν έχει την ικανότητα της σύγκρισης με κάτι αντίστοιχο. Μη ξεχνάμε ότι για να μπορεί να αντιληφθεί κάτι κάποιος ως υπαρκτό, θα πρέπει να έχει κατάλληλες ερμηνείες για αυτό, πράγμα που δε θα μπορούσε να γίνει στην περίπτωση της ίδιας της πραγματικότητάς του εν συνόλω. Με άλλα λόγια, κανείς δε μπορεί να γνωρίζει ούτε καν την πραγματικότητά του παρά μόνο επιμέρους στοιχεία της κατά περίπτωση. Ακόμα και αυτά όμως θα τα αντιλαμβάνεται με βάση τα υπόλοιπα "περιεχόμενα" της δικιάς του αποκλειστικά πραγματικότητας. Είναι τα μόνα που μπορεί να έχει ως διαθέσιμα δομικά στοιχεία ή και εργαλεία για ό,τι κι αν κάνει.

Το ευκολότερο λάθος που κάνουμε όλοι μας, είναι να έχουμε την ψευδαίσθηση πως βρισκόμαστε όλοι στην ίδια πραγματικότητα. Βέβαια για τον καθένα ξεχωριστά, ως κριτή της κατάστασης, αυτό ισχύει δεδομένου ότι οι υπόλοιποι δείχνει να συμμετέχουν στη δικιά του πραγματικότητα. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει όμως, είναι ότι συμμετέχουν μόνο οι δικιές του ερμηνείες για τον καθένα τους ξεχωριστά. Ο καθένας δηλαδή είναι ουσιαστικά μόνος του στην πραγματικότητά του και ερμηνεύει την ύπαρξη όλων των υπολοίπων κατά το δοκούν. Για την ακρίβεια σε πολλές περιπτώσεις φτάνει, να αναγκαστεί να ερμηνεύσει διάφορα πράγματα για τον κάθε άλλο ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη των όσων λαμβάνει από αυτόν, ανεξάρτητα με το αν αυτές οι ερμηνείες θα μπορούσαν να είναι σύμφωνες με το τι θεωρεί ότι συμβαίνει για τα ίδια ο οποιοσδήποτε άλλος.

Ξέρω πως στην καλύτερη περίπτωση όλα αυτά προκαλούν μια αίσθηση "απογοήτευσης", ένα συναίσθημα ανεκπλήρωτου, μια άχρωμη εικόνα του ακαθόριστου.

Η διαπίστωση ή η αποδοχή μιας τέτοιας «μοναξιάς» πλησιάζει κατά πολύ, την σχεδόν έμφυτη αβεβαιότητα που μας προκαλούν και οι σκέψεις του ίδιου του θανάτου.

Όσο και να λέμε ότι έχουμε αποδεχτεί το θάνατο, ποτέ δε μπορούμε να νιώσουμε σίγουροι για το τι τελικά συμβαίνει μ' αυτόν. Το αν θα εξακολουθούμε να υπάρχουμε σε κάποια μορφή και σε τι μορφή. Αν δηλαδή διατηρούμε όλο αυτό που έχουμε δεχτεί ότι είμαστε ή μπαίνουμε σε μια τελείως άλλη κατάσταση με ενδεχομένως τελείως νέες εικόνες και αισθητήρια. Πώς θα μπορούσαμε να δεχτούμε μια κατάστασή μας, χωρίς τη γνώση του τι είμαστε;

Όμως μήπως και τώρα που ζούμε έχουμε καμία ξεκάθαρη αίσθηση του τ ήμασταν πριν ξεκινήσουμε να ζούμε σε αυτή τη μορφή; Γιατί άραγε δε μας απασχολεί σχεδόν καθόλου, το τι μπορεί να συνέβαινε πριν καν ξεκινήσουμε να ζούμε αυτό που έχουμε αποδεχθεί σαν την πραγματική ζωή μας; Ακόμα και αν μας απασχολεί όμως, δε μας φοβίζει! Ο λόγος είναι μάλλον απλός. Γιατί ό,τι κι αν ήταν «τότε», είναι πια παρελθόν για εμάς. Δε νιώθουμε το φόβο της επιστροφής στο άγνωστο γιατί ασυναίσθητα θεωρούμε ότι ο χωροχρόνος μας «κινείται» πάντα με τρόπο που μας μεταφέρει στο επίσης άγνωστο μέλλον μας. Το άγνωστο που πέρασε θεωρούμε ότι προφανώς δε μας έκανε κακό για να υπάρχουμε όπως υπάρχουμε στο παρόν. Ένα παρόν που βέβαια κι αυτό είναι ακαθόριστο χωροχρονικά αφού δε μπορεί να του αποδοθεί κάποιο συγκεκριμένο και μετρήσιμο πλαίσιο είτε χρόνου είτε χώρου. Το «τώρα» είναι ήδη παρελθόν, πριν καν προλάβουμε να ολοκληρώσουμε, ακόμα και στη σκέψη μας, την ίδια την προφορά και μόνο της λέξης που το χαρακτηρίζει.

Πόσο αυθαίρετα μπορεί να δείχνουν όλα αυτά τα συμπεράσματά μας όμως! Αρκεί η απλή αναφορά τους για να αρχίσουν να μας θορυβούν. Αν αφήναμε ελεύθερες τις σκέψεις μας, να αναγνωρίσουν την ύπαρξη του αγνώστου σε κάθε στιγμή που ζούμε, ενδεχομένως να μην υπήρχε χρόνος ελεύθερος για άλλες σκέψεις πια. Το άγνωστο έχει συνδεθεί απόλυτα με το φόβο και σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και με τον τρόμο. Όσο πιο ξεκάθαρα το αναγνωρίζεις, τόσο πιο κατάματα κοιτάς τους φόβους σου. Οι φόβοι όμως είναι τα «τέρατα» που σου τρώνε την ελεύθερη σκέψη, το ίδιο το πνεύμα σου. Δεν μπορεί κανείς να παλέψει με τους φόβους του θεωρώντας ότι θα βγει και νικητής γιατί έχουν την ικανότητα να γιγαντώνονται περισσότερο από τις αντοχές αυτού που τους παλεύει. Τρέφονται με έναν αυτόματο τρόπο, από τις αδυναμίες και οι αδυναμίες είναι ανάλογες με την έλλειψη ερμηνειών. Όσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη ερμηνειών τόσο περισσότερες και οι αδυναμίες άρα τόσο πιο
πλουσιοπάροχα τρέφονται και δυναμώνουν πια και οι φόβοι.

Κατά συνέπια, δεν έχει νόημα να προσπαθεί κανείς να πολεμά κατευθείαν τους φόβους του γιατί δεν έχει ελπίδα για κάτι καλύτερο. Αυτό που θα τον ωφελούσε πραγματικά, θα ήταν να εμπλουτίζει τις ερμηνείες της πραγματικότητάς του με το να προσπαθεί αρχικά, να έχει ανοιχτό νου στα όποια νέα ερεθίσματα. Αυτό όμως σίγουρα δεν μπορεί να γίνει έτσι ξαφνικά, σε μια «χτισμένη» προσωπικότητα. Αντιθέτως θα είχε πολύ πιο σημαντικά και θετικά αποτελέσματα στις προσπάθειές του, αν μάθαινε να το κάνει ξεκινώντας από τη μικρότερη δυνατή ηλικία και στο βαθμό που οι τότε δυνατότητές του θα του επέτρεπαν. Πράγμα που όμως δε θα μπορούσε να είναι στις δικές του καθαρά επιλογές, αφού τότε ακόμα βρίσκεται στο στάδιο δημιουργίας των κριτηρίων για την κατασκευή της προσωπικότητάς του άρα και των επιλογών ζωής του.

Γνώριζε για να υπάρχεις...

By Cosmos
Αξιολόγηση:
{["Useless", "Boring", "Need more details", "Perfect"]}

3 σχόλια:

  1. Η πραγματικότητα όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ είναι κάτι σαν "dark side of the moon".Πάντα υπάρχει η πλευρά που δε βλέπεις και όμως υπάρχει.Το πως κινείσαι εσύ μέσα σ'αυτή και το πως τη χειρίζεσαι είναι το ζήτημα.Άλλοι συλλέγουν στοιχεία και κινούνται σύμφωνα μ'αυτά.Και τα πάνε καλά.Εγώ πάλι έχω μεγάλη δυσκολία.Προτιμώ την πραγματικότητα του μυαλού μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κατά την άποψη μου, η "πραγματικότητα του μυαλού" του καθενός δεν είναι αποτέλεσμα "προτίμησης" μεταξύ κάποιων διαθέσιμών του επιλογών. Είναι η μόνη οδός!
    Οι επιλογές που έκανε στο παρελθόν, έφτιαξαν τον μονόδρομο του μέλλοντός του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σίγουρα αυτή έιναι η ακολουθία των πραγμάτων.Παρόλαυτά όμως κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν τό μέλλον τους μια και το παρελθόν τους δε μπορούν.Τουλάχιστον ο καθένας μέσα στο κεφάλι του είναι ελευθερος να σκέφτεται ότι θέλει.Μπορεί να αναλύει και να ξαναζεί όσες φορές θέλει το παρελθόν του.Μπορεί να το αναλύσει και να το ξαναζήσει τόσο που σε λίγο καιρό προσθέτει αθελά του και άλλα στοιχεία με απότελεσμα να πιστεύει ότι έχει ζήσει κατι άλλο τελικά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ε, μη σας κομπλάρω! Μιλήστε ελεύθερα! ;-)